Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2011

ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ

Των χνώτων το ψιθύρισμα αντιλαλεί  στην κόγχη
του αυτιού, μέσα βαθειά αποθησαυρίζονται  λόγοι
γεμάτοι πάθος.Ακούσματα στο χρόνο που γλιστρά
αδιάκοπα αναζητώντας μια σχισμή να χτίσει
με λάσπη τη φωλιά του.
Εμφαίνω κρυφά ενθυμήματα ενάντια στης απαγόρεψης
το κατάφωτο μπαλκόνι. Ρίζες λουλουδιών σε πήλινες
γαστέρες γεννούν τις μυρωδιές των παιδικών μου εικόνων.  


Θαμπό το πρωινό με τον ήλιο να στεγνώνει την υγρασία
των ματιών μου. Χτυπώ της μοναξιάς το παραπόρτι
δίχως να σκεφτώ, αναμένω την απόκριση,
αφουγκράζομαι ν’ ακούσω των ποδιών το σύρσιμο.
Έρωτες, πάθη και αγάπες στης αυλής τα περβάζια
ξαποσταίνουν, γιγάντεμα στο μυαλού μου φαντάζουν
οι σκιές τους.
Ταξιδιώτες  που τους φίλεψα ότι καλούδια είχα
δροσίζοντας  τους με των φιλιών της βρύσης.


Πέρασμα κλέφτικο η παρουσία τους,
άσεβος στον όρκο που χα δώσει,
στέκω χαμένος στου λογισμού το αρμολόγημα.
Της αγιάς Αλήθειας προσκυνώ το
ιερό εικόνισμα, μιας γραίας η μορφή που στέκει ζωγραφισμένη πάνω
στης καρδιάς το ξύλο.
Αντανακλά των πειρασμών και των βασάνων 
τα καμώματα πάνω στης άσχημης μορφής - το κάλος .
Σταυρώνω του στήθους το κεντρί,
ν’ απολαχάνω θέλω από την βράση που ξεκίνησε καθώς με γέννησαν.